ευγώνιος

εὐγώνιος, -ον (Α)
1. αυτός που έχει κανονικές γωνίες
2. ο τετράγωνος
3. ο ορθογώνιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γωνία].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐγωνίου — εὐγώνιος with regular angles masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγώνια — εὐγώνιος with regular angles neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγώνιοι — εὐγώνιος with regular angles masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευγωνία — εὐγωνία, ἡ (Α) [ευγώνιος] η κανονικότητα τών γωνιών …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.